ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣΚΟΡΟΝΟΪΟΣ

N.Y.TIMES: Πόσα θα βγάλουν οι φαρμακοβιομηχανίες από τον κορονοϊό

Η έρευνα για θεραπείες και εμβόλια που θα αναστείλουν τη μετάδοση του νέου κορονοϊού τρέχει στο φουλ. Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετές υποψήφιες θεραπείες, χάρη στην επένδυση της αμερικάνικης κυβέρνησης στη βιοϊατρική.


 

Από το ξέσπασμα του SARS το 2003, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεσαν μέσω του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας (Ν.Ι.Η.) 700 εκατομμύρια δολάρια από τα χρήματα των φορολογούμενων για την έρευνα πάνω στους κορονοϊούς – περισσότερα από κάθε άλλη χώρα. Παρ’ όλ’ αυτά η ερώτηση που απασχολεί τους αμερικανούς – εκ των οποίων χιλιάδες αναγκάζονται τελευταία να ελαττώσουν τις δόσεις τους ινσουλίνης για οικονομικούς λόγους – δεν είναι μόνο το πότε αυτές οι θεραπείες και τα εμβόλια θα γίνουν διαθέσιμα, αλλά και σε ποια τιμή.

Ο υπουργός υγείας Alex Azar είπε πρόσφατα πως δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι οι τιμές των θεραπειών ή των εμβολίων για τον κορονοϊό θα είναι προσιτές, παρ’ όλη την ευμεγέθη επένδυση των φορολογούμενων στην ανάπτυξή τους. Ο κ. Azar υποχώρησε από τις αρχικές δηλώσεις του μετά τις έντονες αντιδράσεις, αλλά δεν ξεκαθαρίστηκε το πώς θα κρατηθούν οι τιμές χαμηλές.

Ένας τρόπος για να γίνει αυτό αναφέρεται σε επιστολή 46 βουλευτών στις 20 Φεβρουαρίου: Εκεί απαιτείται να μη δοθεί άδεια αποκλειστικής εκμετάλλευσης σε ιδιώτες κατασκευαστές για όσα εμβόλια και θεραπείες για τον κορονοϊό αναπτυχθούν με χρήματα των φορολογούμενων.

Το σύστημά δε δουλεύει όμως έτσι. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση παραχωρεί σε φαρμακευτικές εταιρείες την αποκλειστικότητα τελικής ανάπτυξης φαρμάκων που ξεκίνησαν σαν εφευρέσεις χρηματοδοτούμενες από το δημόσιο, χωρίς δέσμευση ότι οι τιμές τους θα είναι προσιτές. Αυτού του τύπου οι άδειες επιτρέπουν στις φαρμακοβιομηχανίες να δημιουργούν μονοπώλιο και να χρεώνουν εξωφρενικές τιμές για ιατρική τεχνολογία που αναπτύχθηκε με δημόσια έξοδα.

Για άλλη μια φορά είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε τους καρπούς έρευνας υπό δημόσια χρηματοδότηση σε κερδοσκοπικές εταιρείες.

Η ομοσπονδιακή Αρχή Βιοϊατρικής Έρευνας και Ανάπτυξης συμφώνησε με την Regeneron Pharmaceuticals ότι θα καλύψει το 80% των εξόδων ανάπτυξης και παρασκευής θεραπειών ενάντια στον κορονοϊό – χωρίς την επιβολή κανενός όρου σχετικά με την τελική τιμή των προϊόντων. Η Regeneron διαθέτει τα δύο πιο ακριβοπληρωμένα στελέχη στη βιομηχανία φαρμάκου.

Κατά παρόμοιο τρόπο, το remdesivir, ένα άλλο φάρμακο πολλά υποσχόμενο για τη θεραπεία του κορονοϊού, αναπτύχθηκε με τη βοήθεια έρευνας χρηματοδοτούμενης από τους φορολογούμενους. Τα αποκλειστικά δικαιώματα για το remdesivir ανήκουν στην Gilead Sciences, εταιρεία περίφημη για την υπερτίμηση άλλων φαρμάκων που αναπτύχθηκαν με δημόσια χρηματοδότηση, όπως το Truvada για την προφύλαξη από τον HIV και το Sovaldi. Όσο για τα εμβόλια εναντίον του κορονοϊού, σχεδόν όλα τα υποψήφια σκευάσματα που βρίσκονται στο στάδιο της ανάπτυξης περιλαμβάνουν συνεργασίες ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και βασίζονται σε έρευνα χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο, όπως οι συνεργασίες της Johnson & Johnson και της Sanofi με την κρατική Αρχή Βιοϊατρικής.

Παρά την προσπάθεια βουλευτών των Δημοκρατικών για διασφάλιση της πρόσβασης σε εμβόλια και θεραπείες για τον κορονοϊό και για προσιτές τιμές τους, το λόμπι των φαρμακευτικών αφαίρεσε τις σχετικές θέσεις από το σχέδιο νόμου για τα δημόσια έξοδα για τον κορονοϊό. Το σχέδιο εγκρίθηκε πρόσφατα από το κογκρέσο και προβλέπει ομοσπονδιακή χρηματοδότηση 3 δισεκατομμυρίων για την έρευνα και ανάπτυξη εμβολίων, εξετάσεων και θεραπειών για τον κορονοϊό.

Το Ν.Ι.Η. ρίχνει 40 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο στην καινοτομία υγείας. Για την ακρίβεια, το Ν.Ι.Η. συνεισέφερε σε κάθε ένα από τα 210 νέα φάρμακα που κυκλοφόρησαν στην Αμερική από το 2010 έως το 2016.

Παρ’ όλ’ αυτά οι τιμές των φαρμάκων δεν αντικατοπτρίζουν αυτή τη συνεισφορά. Αν και οι λόγοι ποικίλλουν, και περιλαμβάνουν και το ισχυρό λόμπινγκ των φαρμακοβιομηχανιών, το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η καινοτομία κινείται χάρις στον ιδιωτικό τομέα και αυτός είναι που θα πρέπει να δρέψει την αμοιβή. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, όπως οι Johnson & Johnson και Pfizer, εστιάζουν όλο και λιγότερο στην έρευνα – αυτό που κάνουν είναι να αγοράζουν μικρότερες εταιρείες με υποσχόμενα υποψήφια φάρμακα που βασίζονται σε δημόσια χρηματοδότηση – και διαθέτουν περισσότερα χρήματα σε στρατηγικές που επιτρέπουν τη διόγκωση των πληρωμών προς τα στελέχη τους, για παράδειγμα μέσω επαναγοράς μετοχών.

Οι ΗΠΑ χρειάζονται ένα σύστημα συνεργασίας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Το θέμα δεν είναι να χτυπηθεί η “κακιά φαρμακοβιομηχανία”, αλλά να δώσουμε πάλι αξία στην υγεία και το δημόσιο συμφέρον σε έναν κλάδο που ενδιαφέρεται μόνο για το κέρδος εδώ και υπερβολικά πολύ καιρό. Η κρίση με τον Covid-19 απαιτεί να βρούμε άμεσα εμβόλια και θεραπείες, αλλά και να γίνει αυτό με τρόπο που θα λύσει κάποιες από τις βασικές αποτυχίες του υπάρχοντος συστήματος. Ελπίζουμε πως ό,τι μάθουμε θα διαρκέσει περισσότερο από αυτή την κρίση και θα μας προετοιμάσει καλύτερα για την επόμενη.

Mariana Mazzucato (καθηγήτρια στο University College London, συγγραφέας του βιβλίου The Value of Everything)

Azzi Momenghalibaf (διοικητικό στέλεχος δημόσιας υγείας, Open Society Public Health Program)

Άρθρο των New York Times, 18 Μαρτίου

Σχολιάστε το άρθρο

Σχετικά Άρθρα

Back to top button
Close
Close